παραβλώσκω


παραβλώσκω
παρα-βλώσκω, neben einem gehen, bes. um ihn zu schützen

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • παραβλώσκω — Α βαδίζω κοντά σε κάποιον, συνοδεύω κάποιον προκειμένου να τόν βοηθήσω ή να τόν υπερασπίσω. [ΕΤΥΜΟΛ. < παρ(α) * + βλώσκω «έρχομαι»] …   Dictionary of Greek

  • παραμέμβλωκε — παραβλώσκω go beside perf imperat act 2nd sg παραβλώσκω go beside perf ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παραμέμβλωκεν — παραβλώσκω go beside perf ind act 3rd sg παραβλώσκω go beside plup ind act 3rd pl (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρμέμβλωκε — παραβλώσκω go beside perf imperat act 2nd sg παραβλώσκω go beside perf ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρμέμβλωκεν — παραβλώσκω go beside perf ind act 3rd sg παραβλώσκω go beside plup ind act 3rd pl (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παραμολεῖ — παραβλώσκω go beside fut ind mid 2nd sg (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παραμέμβλωκα — παραβλώσκω go beside perf ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρμέμβλωκα — παραβλώσκω go beside perf ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλώσκω — (Α) 1. έρχομαι, προχωρώ 2. φρ. α) «εἰς ὕποπτα βλώσκω τινί» υποπτεύομαι, υποψιάζομαι κάποιον β) «διὰ μάχης μαθεῑν τινι» η εμπλοκή κάποιου σε μάχη. γ) «μολὼν λαβέ» έλα να τα πάρεις, έλα και πάρε τα. [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Το θ. του ενεστ. βλώσκω …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.